Τα δικαιώματα των εποχικώς απασχολούμενων

Η εποχική εργασία, ως «ευέλικτη», όπως ονομάζεται, μορφή απασχόλησης αποτελεί σύνηθες φαινόμενο της εποχής μας. Η ιδιαιτερότητα του τρόπου παροχής της εποχικής εργασίας έγκειται στο ότι οι εποχικοί απασχολούμενοι παρέχουν την εργασία τους μερικούς μόνο μήνες του έτους. Το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δύο χρονικών διαστημάτων της παροχής εργασίας ονομάζεται νεκρά περίοδος ακριβώς διότι ο εργαζόμενος σταματά να εργάζεται.

Ο θεσμός αυτός παρ’ όλη τη χρησιμότητα και αναγκαιότητά του για τις εποχικές επιχειρήσεις, ενέχει αρκετούς κινδύνους για τους εργαζομένους και τα εργασιακά τους δικαιώματα και γι’ αυτό ο νομοθέτης με ειδικά νομοθετήματα, αλλά και οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι με Σ.Σ.Ε., θέλησαν να ρυθμίσουν την εποχιακή απασχόληση. Τα κυριότερα δικαιώματα που κάθε εργαζόμενος απολαμβάνει αναλύονται κατωτέρω.

 

  • Δικαίωμα επαναπρόσληψης

Νομικό έρεισμα του δικαιώματος αυτού είναι οι συνταγματικώς κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας και της προστασίας της εργασίας (άρθρα 4 και 22 Σ). Κάθε εργοδότης που απασχολεί στην επιχείρηση του εποχικούς εργαζομένους οφείλει – υπό την προϋπόθεση της συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησής του – να επαναπροσλαμβάνει τους εργαζομένους που απασχόλησε την αμέσως προηγούμενη περίοδο.

Το δικαίωμα ο μισθωτός το ασκεί ενημερώνοντας εγγράφως τον εργοδότη του  ότι θέλει και διατίθεται να εργαστεί στην επιχείρηση του τελευταίου και κατά την ερχόμενη περίοδο. Η ενημέρωση αυτή υπόκειται σε προθεσμία, οι οποία για τις εποχικές επιχειρήσεις που λειτουργούν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού είναι μέχρι τον Ιανουάριο.

Σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του να επαναπροσλάβει τον μισθωτό,  καθίσταται υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, όπως εξηγείται κατωτέρω. Σημειωτέον ότι το δικαίωμα επαναπρόσληψης αποσβέννυται, εάν ο μισθωτός δεν ανακοινώσει τη διαθεσιμότητά του εγκαίρως και νομίμως στον εργοδότη ή αν – καίτοι το έπραξε –  δεν εμφανισθεί προς εργασία. Η εμφάνιση του εργαζομένου προς εργασία πρέπει να γίνει εντός πενθημέρου από την ειδοποίηση του εργοδότη ότι προτίθεται να τον απασχολήσει, εκτός αν προβάλει δικαιολογημένη και σοβαρή αιτία καθυστέρησης.

Κατά μία άποψη, που υποστηρίζεται από μερίδα της νομικής θεωρίας, το δικαίωμα επαναπρόσληψης είναι διαπλαστικό. Η νέα σύμβαση εργασίας δεν θεωρείται ότι συνάπτεται με μόνη τη δήλωση του εργαζομένου προς τον εργοδότη.  Εάν όμως, παρά την έγκαιρη και νόμιμη δήλωση του μισθωτού, ο εργοδότης δεν προχωρήσει στην πρόσληψή του, τότε καθίσταται υπερήμερος και οφείλει μισθούς υπερημερίας. Επίσης, ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την επαναπρόσληψή του, εάν ο εργοδότης αρνείται να εκπληρώσει αυτή την υποχρέωσή του καταδικάζοντάς τον σε δήλωση βουλήσεως (949 ΚΠολΔ). Μετά την καταδίκη σε δήλωση βούλησης, η νέα σύμβαση εργασίας θεωρείται συνημμένη και ο εργοδότης έχει δυνάμει αυτής υποχρέωση να αποδεχτεί την παρεχόμενη εργασία του εργαζομένου.

Εντούτοις, η δικαστηριακή πρακτική θεωρεί ότι η σύμβαση επαναπρόσληψης συνάπτεται με μόνη τη μονομερή δήλωση του εργαζομένου. Η άποψη αυτή στηρίζεται στη δυνατότητα που δίνει ο νόμος στον εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση του εργαζομένου με παράλληλη καταβολή αποζημίωσης απολύσεως. Εξ αυτού συνάγεται ότι,  εφόσον ο εργοδότης δεν έχει προβεί σε καταγγελία, η σύμβαση θεωρείται ισχυρή υπό την αναβλητική αίρεση της δήλωσης του εργαζομένου. Με μόνη, λοιπόν, την πλήρωση αυτής της αίρεσης η εργασιακή σύμβαση θεωρείται συνημμένη (201 ΑΚ).

Συγκεκριμένα «Σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπροσλαμβάνει συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσο όρο τις δύο προηγούμενες περιόδους εργασίας και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν την τελευταία περίοδο». Για την άσκηση του δικαιώματος της επαναπρόσληψης των ξενοδοχοϋπαλλήλων απαιτείται

  • ο εργαζόμενος να δηλώσει εγγράφως, μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου και μέσω της συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία ανήκει ότι επιθυμεί να εργαστεί στην επιχείρηση και κατά την νέα περίοδο εργασίας,
  • το ξενοδοχείο πράγματι να επαναλειτουργήσει και να φτάσει σε ορισμένη πληρότητα. Η επαναπρόσληψη γίνεται σταδιακά ως εξής:
    α) με τη συμπλήρωση 20%της πληρότητας, επαναπροσλαμβάνεται το 1/3 τουλάχιστον των εργαζομένων.
    β) με τη συμπλήρωση 50% της πληρότητας, επαναπροσλαμβάνονται τα 2/3 τουλάχιστον των εργαζομένων.
    γ) με τη συμπλήρωση 80% της πληρότητας, επαναπροσλαμβάνεται το σύνολο του προσωπικού.
    Το ποσοστό πληρότητας θα μπορεί να διαπιστώνεται από το βιβλίο εισόδου ή από οποιαδήποτε άλλη πρόσφορη πηγή από υπάλληλο της επιθεώρησης εργασίας».

Σημειώνεται, τέλος, ότι η ιδιαιτερότητα των εποχικών συμβάσεων έχει δημιουργήσει διαφωνία στη νομική επιστήμη, σχετικά με το αν αυτές είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Γίνεται δεκτό ότι είναι ορισμένου χρόνου, καθώς έχουν ρητή ημερομηνία λήξης, με την πάροδο της οποίας η εργασιακή σχέση λύνεται αυτοδικαίως, άνευ ετέρου. Ωστόσο, μπορούν να χαρακτηριστούν από τη φύση τους και κυρίως εξαιτίας της ύπαρξης του δικαιώματος επαναπρόσληψης ως αορίστου χρόνου με μία διασταλτική ερμηνεία της έννοιας αυτής. Αυτό, δε, ανεξάρτητα από τη stricto sensu ερμηνεία του όρου «επαναπρόσληψη». Εφόσον, δηλαδή, υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη να αποδεχτεί την εργασία του εποχικού εργαζομένου με μόνη την πλήρωση εκ μέρους αυτού ορισμένων προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος και οι Σ.Σ.Ε., τότε πρέπει να θεωρηθεί ότι η σύμβαση εργασίας δεν λύνεται, αλλά αναστέλλεται για χρονικό διάστημα ίσο με αυτό που μεσολαβεί μεταξύ των δύο περιόδων παροχής της εργασίας.

  • Ιδιαίτερα για τα συνδικαλιστικά στελέχη, ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπροσλάβει όσους εργάστηκαν κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο. Η επαναπρόσληψη, γίνεται το αργότερο μέχρι τη συμπλήρωση του 30% του προσωπικού της επιχείρησης.

 

  • Δικαίωμα αποζημίωσης – Μισθοί υπερημερίας

Σε περίπτωση εργοδότη, ο οποίος αρνείται να επαναπροσλάβει τον εποχικό εργαζόμενο, γίνεται διάκριση αν οφείλει αποζημίωση ή μισθούς υπερημερίας.

  1. Μισθοί υπερημερίας οφείλονται όταν ο εργοδότης, παρόλο που ο εργαζόμενος έχει τηρήσει τις προϋποθέσεις νόμιμης άσκησης του δικαιώματός του, αρνείται να προβεί στην επαναπρόσληψή του και δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή καταγγελία. Ο εργοδότης, δηλαδή καθίσταται υπερήμερος όταν, μολονότι υποχρεούται να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, αρνείται αναιτιολόγητα να αποδεχτεί την προσφορά της εργασίας του και άρα να εκπληρώσει την υποχρέωσή του.

Οι εργοδότες μη συνεχούς λειτουργίας ξενοδοχειακών επιχειρήσεων υποχρεούνται να ενημερώνουν μέχρι τις 15 Μαρτίου κάθε έτους, με συστημένη επιστολή ή άλλον τρόπο από τον οποίο να προκύπτει βέβαιη χρονολογία, τους ξενοδοχοϋπαλλήλους που δεν προτίθενται να επαναπροσλάβουν, αν και έχουν ασκήσει το δικαίωμα τους για επαναπρόσληψη. Σε περίπτωση μη αποστολής της αρνητικής δήλωσης του προηγούμενου εδαφίου, τεκμαίρεται αποδοχή της πρότασης για επαναπρόσληψη και ο εργοδότης υποχρεώνεται να απασχολήσει το υπό κρίση προσωπικό κατά τις ισχύουσες συλλογικές ρυθμίσεις, ήτοι το αργότερο από 15 Μαϊου του ίδιου έτους, άλλως οφείλει μισθούς υπερημερίας.

  1. Αποζημίωση οφείλεται σε περίπτωση που ο εργοδότης προβεί σε καταγγελία της σύμβασης κατά τη διάρκεια είτε της νεκράς περιόδου, είτε της περιόδου εργασίας. Η αποζημίωση που οφείλεται σε κάθε περίπτωση είναι για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση. Εξαιρετικά, σε περίπτωση που υπάρχει δικαιολογημένη αιτία, ήτοι σπουδαίος λόγος για την καταγγελία, μπορεί η αποζημίωση να μειωθεί στο ποσό που προβλέπει ο νόμος για την καταγγελία με προειδοποίηση. Η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει του συνολικού χρόνου παροχής της εργασίας από την αρχική πρόσληψη, μετά από αφαίρεση του χρόνου των νεκρών περιόδων. Δηλαδή, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης μετράται ο χρόνος πραγματικής προσφοράς της εργασίας. Αυτό συμβαίνει διότι κατά  τη νεκρά περίοδο, ο εργαζόμενος θα μπορούσε να συμβληθεί με άλλον εργοδότη. Η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει των κατά μέσο όρο αποδοχών των δύο προηγουμένων περιόδων εργασίας.
  2. Η καταγγελία όμως της σύμβασης χωρίς την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου και άρα υπόχρεο προς την καταβολή μισθών υπερημερίας. Θεωρείται δε ότι πριν την καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως, η σύμβασης εργασίας δεν έχει καταγγελθεί και λυθεί .

 

  • Δικαίωμα και αποδοχές άδειας

Οι εποχικοί εργαζόμενοι σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις δικαιούνται αποδοχές και επίδομα αδείας. Συγκεκριμένα, κατά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους, δικαιούνται ως αποδοχές αδείας δύο ημερομίσθια ανά μήνα εργασίας και άλλα δύο ως επίδομα. Προβλέπονται, μάλιστα, ευνοϊκότερες ρυθμίσεις, σχετικά με τις αποδοχές της άδειας, για τους εποχικούς εργαζομένους που έχουν συμπληρώσει συνολικά 10ετία στον ίδιο εργοδότη ή 12ετία σε οποιοδήποτε εργοδότη.

 

  • Ειδικό εποχικό επίδομα από τον ΟΑΕΔ

Δικαιούχοι του επιδόματος αυτού είναι οι εποχικοί εργαζόμενοι που παρέχουν την εργασία τους στην Ελλάδα και είναι ασφαλισμένοι στο ταμείο Ε.Φ.Κ.Α. μισθωτών (πρώην Ι.Κ.Α. – ΕΤΑΜ.). Για τη λήψη του ειδικού αυτού εποχικού επιδόματος, ο εργαζόμενος θα πρέπει να έχει εργαστεί ορισμένα ημερομίσθια κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους. Το κατώτατο όριο των ημερομισθίων αυτών κυμαίνεται από 50 έως 95 και ποικίλει ανάλογα με το επάγγελμα. Ειδικά για τους εργαζόμενους σε τουριστικές και επισιτιστικές επιχειρήσεις τα ελάχιστα ημερομίσθια που θα πρέπει να έχουν εργαστεί, προκειμένου να λάβουν αυτό το επίδομα είναι 75.

Σημειώνεται ότι μισθωτοί του κλάδου αυτού, που έχουν δουλέψει πάνω από 50 ημερομίσθια κατά τη χρονική περίοδο από 01.10 έως 31.12, δεν δικαιούνται το ειδικό επίδομα.

Οι προϋποθέσεις και το νομοθετικό πλαίσιο του εποχικού επιδόματος ορίζονται με την εγκύκλιο του ΟΑΕΔ για το έτος 2017.

 

Μαρία ΔούκαΑσκούμενη δικηγόρος