Προστατευόμενοι μάρτυρες και μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος: πώς ακριβώς προστατεύονται;

Το 2018 και η υπόθεση Novartis έφεραν για ακόμη μία φορά στη δημοσιότητα τον όρο «προστατευόμενοι μάρτυρες» αλλά και τον όρο «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος». Πέρα από την υπόθεση Novartis όμως, προστατευόμενοι μάρτυρες έχουν έως τώρα καταθέσει και σε άλλες γνωστές υποθέσεις, όπως στη δίκη της Χρυσής Αυγής και της 17 Νοέμβρη, με την ίδια δυστυχώς αποτυχία, καθώς τα στοιχεία των αρχικά ανώνυμων μαρτύρων δεν έμειναν για πολύ «προστατευμένα». Αξίζει ωστόσο να δούμε το νομοθετικό πλαίσιο για τους δύο αυτούς θεσμούς προστασίας μαρτύρων και την προσπάθεια του νομοθέτη να επιτύχει μία ισορροπία ανάμεσα σε αυτήν και την προστασία του κατηγορουμένου.

  • Προστατευόμενοι μάρτυρες

Η ανάγκη προστασίας μαρτύρων που συμβάλλουν ουσιωδώς στην ανακάλυψη και δίωξη εγκλημάτων απασχόλησε τον Έλληνα νομοθέτη, ο οποίος στο πλαίσιο της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος εισήγαγε δειλά για πρώτη φορά με το ν. 1926/1990 διατάξεις για την «ειδική και αναγκαία» προστασία μαρτύρων.  Υπό τη διεθνή κινητοποίηση για αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και εξασφάλιση προστασίας των μαρτύρων, υιοθετήθηκε το 2001 ο ν. 2928/2001, με το άρθρο 9 του οποίου λήφθηκαν μέτρα -κατά το γράμμα της παρ. 1 του άρθρου- «για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των ουσιωδών μαρτύρων, των προσώπων που κατά το άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων ή και των οικείων τους».

Όπως φανερώνεται, ο αρχικός στόχος των ρυθμίσεων ήταν η εξάρθρωση εγκληματικών οργανώσεων και η παροχή εγγυήσεων στους μάρτυρες για τη διατήρηση της ανωνυμίας τους, ώστε να υπερνικήσουν τον φόβο αντιποίνων και να καταθέσουν χωρίς ενδοιασμούς. Η διάταξη του άρθρου 9 ν. 2928/2001 δεν περιορίσθηκε όμως στις εγκληματικές και τρομοκρατικές οργανώσεις. Το πεδίο εφαρμογής της σύντομα επεκτάθηκε με ειδικούς νόμους και σε άλλα εγκλήματα, όπως στην εμπορία ανθρώπων, στη διευκόλυνση εισόδου ή εξόδου υπηκόου τρίτης χώρας, στα εγκλήματα βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις, στα εγκλήματα περί τα ναρκωτικά, στα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος και φυσικά στα εγκλήματα διαφθοράς.

Σύμφωνα την παρ. 2 του άρθρου 9, τα μέτρα προστασίας που λαμβάνονται για τους μάρτυρες είναι η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας, η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της, η μη αναγραφή στην έκθεση εξέτασης του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας, η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας, η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες, καθώς και η μετάθεση ή μετάταξη ή απόσπαση για αόριστο χρονικό διάστημα των δημοσίων υπαλλήλων. Κατά κρατούσα γνώμη, η απαρίθμηση των μέτρων προστασίας δεν είναι πάντως περιοριστική. Επίσης, «τα μέτρα προστασίας λαμβάνονται με τη σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα, δεν περιορίζουν την ατομική ελευθερία του πέρα από το αναγκαίο για την ασφάλειά του μέτρο και διακόπτονται αν ο μάρτυρας το ζητήσει εγγράφως ή δεν συνεργάζεται για την επιτυχία τους».

Μέσω των παραπάνω προστατευτικών μέτρων, δημιουργείται ένα «προσωπείο», ένα άτομο με «ψευδώνυμο» (το πρόσφατο παράδειγμα του «Μάξιμου Σαράφη»), που καθιστά δύσκολη έως αδύνατη την αναγνώριση του μάρτυρα κατηγορίας από τον κατηγορούμενο. Δεν μπορεί όμως να αγνοηθεί η δυσχερής θέση του κατηγορουμένου, ο οποίος μη γνωρίζοντας ποιος είναι αυτός που καταθέτει εναντίον του, δεν μπορεί να προετοιμάσει επαρκώς την υπεράσπισή του ούτε να ελέγξει αποτελεσματικά την αξιοπιστία των μαρτυρικών καταθέσεων αμφισβητώντας τα όσα καταθέτουν. Η ανωνυμία του μάρτυρα θέτει έτσι έναν περιορισμό στο κατοχυρωμένο και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες (άρθρο 6 παρ. 3 δ΄). Για αυτό το λόγο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) τονίζει στη σχετική νομολογία του την ανάγκη παροχής μίας «επαρκούς και κατάλληλης ευκαιρίας» για την εξέταση των ανώνυμων μαρτύρων με την υποβολή ερωτήσεων από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του (βλ. ενδεικτ. Kostovski κατά Ολλανδίας, 20.11.1989, § 41).

Αναφορικά με τις επιλογές του Έλληνα νομοθέτη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τέταρτη παράγραφος του άρθρου 9, η οποία προβλέπει ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ο μάρτυρας του οποίου δεν αποκαλύφθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας καλείται με το όνομα που αναφέρεται στην έκθεση εξέτασης του, δηλαδή με ένα μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα όνομα. Ο εισαγγελέας και οι διάδικοι όμως μπορούν να ζητήσουν την αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος του μάρτυρα και το δικαστήριο αποφασίζει αιτιολογημένα αν θα το αποκαλύψει.

Το πρώτο που παρατηρεί κανείς επομένως είναι ότι ο προστατευόμενος μάρτυρας κλητεύεται κανονικά στο ακροατήριο. Το δεύτερο αξιοπρόσεκτο σημείο είναι η προσπάθεια του νομοθέτη να διασώσει το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να ζητήσει την αποκάλυψη των στοιχείων του μάρτυρα.  Ωστόσο, σε αντίθεση με την προγενέστερη μορφή της διάταξης αυτής, η αποκάλυψη των στοιχείων του μάρτυρα δεν είναι πλέον υποχρεωτική για το δικαστήριο. Σε περίπτωση πάντως που τα στοιχεία του μάρτυρα δεν αποκαλυφθούν στον κατηγορούμενο, προβλέπεται μία πρόσθετη εγγύηση για τον κατηγορούμενο, καθώς το δικαστήριο απαγορεύεται να στηρίξει την καταδίκη του μόνο στην κατάθεση του ανώνυμου μάρτυρα. Οι ανωτέρω ασφαλιστικές δικλείδες του νόμου καταδεικνύουν την προσπάθεια εξισορρόπησης των αντικρουόμενων δικαιωμάτων των μαρτύρων αφενός και του κατηγορουμένου αφετέρου, μία προσπάθεια που ανταποκρίνεται στα απαιτούμενα από την νομολογία του ΕΔΔΑ.

  • Μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος

Όσον αφορά τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος, σχετικό είναι το άρθρο 45Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Με την εν λόγω διάταξη προστατεύονται όσοι καταθέτουν για τα εγκλήματα της δωροδοκίας και δωροληψίας πολιτικών αξιωματούχων, υπαλλήλων και δικαστικών λειτουργών. Ειδικότερα, ο γνωστός στα αγγλικά και ως «whistleblower» είναι το πρόσωπο που χωρίς να εμπλέκεται το ίδιο στην τέλεση των εν λόγω αδικημάτων διαφθοράς και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των εγκλημάτων αυτών με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές. Ο χαρακτηρισμός κάποιου ως «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» γίνεται κατόπιν πράξης του αρμόδιου εισαγγελέα ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς και για όσο χρονικό διάστημα φέρει κάποιος μάρτυρας την ως άνω ιδιότητα απολαύει ειδικής προστασίας.

Η ειδική προστασία του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος δεν ταυτίζεται με τα όσα αναφέρθηκαν για τους προστατευόμενους μάρτυρες. Ο μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος προστατεύεται μεν από ενδεχόμενα αντίποινα, αλλά η προστασία επιτυγχάνεται εδώ με άλλα μέσα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 45Β ΚΠοινΔ παρέχει τη δυνατότητα οριστικής αποχής από την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος αν κατατεθεί εναντίον τους καταγγελία για ψευδορκία, ψευδή καταμήνυση ή συκοφαντική δυσφήμιση.

Ωστόσο, η ιδιότητα μάρτυρα ως «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» δεν αποκλείει την ταυτόχρονη υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 2928/2001. Αντιθέτως, η παρ. 7 του άρθρου 9 του ανωτέρου νόμου προβλέπει ρητά ότι είναι δυνατή η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος από πιθανολογούμενες πράξεις εκφοβισμού και αντεκδίκησης σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις του άρθρου για τους προστατευόμενους μάρτυρες.

Συμπερασματικά, η προστασία που παρέχεται υπό τις διατάξεις του ν. 2928/2001 («προστατευόμενοι μάρτυρες») είναι διαφορετική από εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 45Β του ΚΠοινΔ για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Η παράλληλη εφαρμογή των δύο νομοθετικών ρυθμίσεων όχι μόνο δεν απαγορεύεται, αλλά προβλέπεται ρητά. Κρίσιμο όμως είναι να υπάρχει πράγματι η ανάγκη προστασίας των συγκεκριμένων μαρτύρων και ο φόβος τους να μην αποτελεί απλά μία εικασία, καθώς ο έντονος περιορισμός των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου υπαγορεύει την εγκρατή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.