Ηθική βλάβη και ψυχική οδύνη

Ποιά η διαφορά των δύο εννοιών, ποιό το ακριβές περιεχόμενό τους και με ποιά κριτήρια διεκδικώ την ικανοποίησή τους.

Στην καθημερινότητα συχνότατα ακούμε ανθρώπους να λένε  «θα ζητήσω αποζημίωση για ψυχική οδύνη» εκφράζοντας την επιθυμία τους να λάβουν αποζημίωση για την διατάραξη της ψυχικής τους υγείας από κάποια πράξη, συμπεριφορά ή συμβάν. Είναι πράγματι νομικά ορθή αυτή η έκφραση;  Ή μήπως δεν αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό που επιδιώκουμε να εκφράσουμε;

Για να γίνει κατανοητή η διάκριση πρέπει πρώτα να διαχωρίσουμε τα είδη της αποζημίωσης που μπορούμε να διεκδικήσουμε από νομικής πλευράς. Μία πράξη, συμπεριφορά ή συμβάν μπορεί να απασχολήσει τη δικαιοσύνη όταν εξ αυτού προκαλείται βλάβη σε κάποιο άλλο πρόσωπο και εκ της βλάβης αυτής θίγεται είτε η περιουσία του είτε η υγεία του, σωματική/ψυχική ή συνδυαστικά τόσο η περιουσία του όσο και η υγεία του. Με άλλα λόγια η ζημία που μπορεί να προκληθεί μπορεί να είναι είτε υλική, δηλαδή αποτιμητή σε χρήμα π.χ. από το τρακάρισμα έσπασε ο προφυλακτήρας του αυτοκινήτου, ο οποίος κόστιζε 800 ευρώ, είτε ηθική π.χ. από την εξύβριση που δέχτηκα θίχτηκε η τιμή και η υπόληψή μου. Με βάση αυτό το κριτήριο, η αποζημίωση που διεκδικείται είναι είτε για υλικές φθορές-μείωση περιουσίας είτε για ηθική βλάβη σε περίπτωση που θίγεται η υγεία μας (σωματική/ψυχική), η προσωπικότητά μας, η τιμή μας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση αν το ζημιογόνο γεγονός είναι θάνατος προσώπου, τότε και μόνον τότε ζητάμε αποζημίωση για ψυχική οδύνη. Στην πραγματικότητα το περιεχόμενο των εννοιών ηθική βλάβη και ψυχική οδύνη είναι το ίδιο, διαφέρει όμως ο δικαιούχος της αποζημίωσης που στη μεν αποζημίωση της ηθικής βλάβης είναι ο ίδιος ο παθών ενώ στην περίπτωση της ψυχικής οδύνης είναι οι συγγενείς του παθόντος καθότι ο τελευταίος έχει αποβιώσει.

Ας έρθουμε τώρα αναλυτικότερα σε καθεμιά περίπτωση ξεχωριστά.

Ηθική βλάβη:

Για να στοιχειοθετηθεί η έννοια της ηθικής βλάβης πρέπει να προϋπάρχει μία συμπεριφορά πράξη/παράλειψη πράξης είτε σκόπιμη, με δόλο δηλαδή, είτε ακούσια, εξ αμελείας τελούμενη, που εξαιτίας της υποστήκαμε βλάβη της υγείας μας-σωματικής ή ψυχικής – ή της προσωπικότητας μας-τιμής μας είτε στιγμιαία (π.χ. μία δημόσια εξύβριση), είτε μακροχρόνια (π.χ. μόνιμη αναπηρία από τροχαίο ατύχημα). Νομικά κατοχυρώνεται στο άρθρο 932 παρ. 1 του Αστικού κώδικα. Σε αυτές τις περιπτώσεις το μέγεθος της ζημίας είναι δύσκολα προσδιορίσιμο σε χρήμα και γι’ αυτό το λόγο το δικαστήριο που επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων στηρίζει της κρίση του σε ορισμένα κριτήρια. Συγκεκριμένα, λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης:

  • H σοβαρότητα της βλάβης. Άλλη αποζημίωση θα λάβει ο παθών αν κατέστη ανάπηρος και καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο εξαιτίας ενός τροχαίου ατυχήματος και άλλη αν απλώς έσπασε το χέρι του και μέσα σε 1-2 μήνες έχει επανέλθει πλήρως.
  • Ο βαθμός υπαιτιότητας του δράστη σε συνδυασμό με το βαθμό της δικής μας υπαιτιότητας. Εάν για παράδειγμα μας χτύπησε αυτοκίνητο ενώ πηγαίναμε να περάσουμε το δρόμο πεζοί και το συγκεκριμένο αυτοκίνητο μας χτύπησε ενώ κινούταν εντός του νομίμου ορίου ταχύτητας στην περιοχή και δεδομένου ότι πέρασε νομίμως έχοντας πράσινη ένδειξη ο σηματοδότης για την κίνηση των οχημάτων, τότε παρόλο που μας χτύπησε το δικαστήριο θα κρίνει ότι είχε αμέλεια και θα μας επιδικάσει μικρότερη αποζημίωση απ΄ότι εάν είχε υπερβεί το όριο ταχύτητας στην περιοχή οπότε θα λάβουμε μεγαλύτερη αποζημίωση διότι θα φέρει μεγαλύτερη υπαιτιότητα για το ατύχημα ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος. Η αποζημίωσή μας θα μειωθεί κι άλλο σε περίπτωση και δικού μας σφάλματος διότι π.χ. πήγαμε να περάσουμε το δρόμο ενώ η ένδειξη του σηματοδότη για τους πεζούς ήταν κόκκινη.
  • Η οικονομική κατάσταση των μερών. Άλλη αποζημίωση θα ζητήσουμε από κάποιον με μεγάλη οικονομική άνεση και άλλη από κάποιον που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.

Ψυχική οδύνη:

H έννοια της ψυχικής οδύνης είναι μερικότερη αυτής της ηθικής βλάβης διότι ως προελέχθη αφορά μόνο τις περιπτώσεις θανάτωσης προσώπου. Σαν έννοια  αντικατοπτρίζει τον ψυχικό πόνο, τη θλίψη και την ψυχολογική διατάραξη που προκαλεί το βίαιο γεγονός του θανάτου. Η νομική της θεμελίωση βρίσκεται στο α. 932 παρ. 2 του Αστικού κώδικα όπου και αναφέρεται ρητά ότι δικαιούχος της εν λόγω αποζημίωσης είναι η οικογένεια του θύματος. Με τον όρο οικογένεια, έχει κριθεί από μεγάλη μερίδα της νομολογίας ότι εννοούνται οι στενοί συγγενείς του θανόντος και συγκεκριμένα ο σύζυγος, οι γονείς, τα αδέλφια, τα παιδιά και σε ορισμένες μόνον περιπτώσεις ο παππούς ή η γιαγιά του θύματος αφού κριθεί ότι διατηρούσαν στενούς οικογενειακούς δεσμούς με αυτό. Για να επιληφθεί το δικαστήριο του ποσού της αποζημίωσης θα λάβει υπόψη του, πέρα από τα ανωτέρω κριτήρια για την ηθική βλάβη, και τα εξής :

  • To βαθμό συγγένειας του θύματος με τους αιτούντες την αποζημίωση. Δεν μπορεί να επιδικάσει αποζημίωση σε μακρινούς συγγενείς ή και αν ακόμα κριθεί έντονος ο συναισθηματικός δεσμός μεταξύ τους και του θανόντος, δεν θα λάβουν την ίδια αποζημίωση με τους γονείς ή τα αδέλφια αυτού.
  • Το μέγεθος του συναισθηματικού δεσμού μεταξύ του θύματος και των συγγενών. Συνηθέστερα σε αυτό το κριτήριο προστίθεται και η συνοίκηση των προσώπων διότι συνήθως οι συνοικούντες στο ίδιο σπίτι έχουν στενότερους συναισθηματικούς δεσμούς και επηρεάζονται περισσότερο από την απώλεια του δικού τους προσώπου σε σχέση με αυτούς που μένουν χιλιόμετρα μακριά. Βέβαια αυτό δεν είναι απόλυτο γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ενώ δε συγκατοικούν εμφανίζουν έντονους συναισθηματικούς δεσμούς.
  • Την ηλικία του θανόντος. Όσο νεότερο είναι το θύμα τόσο μεγαλύτερη θα είναι η αποζημίωση που θα λάβουν οι συγγενείς και αυτό γιατί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχαν περισσότερα χρόνια ζωής μπροστά τους από ότι η γηραιότεροι.
  • Τις ιδιαίτερες συνθήκες του ατυχήματος. Το μέγεθος της αποζημίωσης θα διαφέρει εάν ο θάνατος ήταν ακαριαίος και το θύμα δεν πρόλαβε να βιώσει τίποτα συγκριτικά με το αν ο θάνατος επήλθε κατόπιν κάποιων ωρών ή ημερών βασανιστικού πόνου και ταλαιπωρίας. Εν ολίγοις όσο βιαιότερος ήταν ο θάνατος τόσο μεγαλύτερη θα είναι κατά κανόνα η επιδικασθείσα αποζημίωση.

Ο νομοθέτης θέσπισε τις περιπτώσεις ικανοποίησης της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης για να καλύψει όλες εκείνες τις περιπτώσεις που από πράξη ή παράλειψη του δράστη επήλθε ζημία του παθόντος που δεν είναι όμως «χειροπιαστή» και εύκολα αποτιμητή σε χρήμα όπως π.χ. η φθορά ή καταστροφή αντικειμένου συγκεκριμένης αξίας αλλά προκαλεί βλάβη σε έννομα αγαθά όπως η υγεία ή η προσωπικότητα ενός ατόμου που δε φέρουν συγκεκριμένη χρηματική αξία. Σκοπός του νομοθέτη είναι αφενός η ικανοποίηση του παθόντος με κάποιο τρόπο καθότι ο χρόνος δε γυρνάει πίσω και οι πράξεις δεν ανατρέπονται, αφετέρου δε η παραδειγματική τιμωρία του δράστη σε συνάρτηση με το βαθμό υπαιτιότητάς του.

Συμπερασματικά, όταν αιτούμαστε αποζημίωση για ηθική βλάβη ζητάμε αποκατάσταση της ζημίας που πάθαμε που δε συνίσταται σε μείωση της περιουσίας μας αλλά σε βλάβη της υγείας μας ή της προσωπικότητας μας. Όταν δε το ζημιογόνο γεγονός είναι η θανάτωση προσώπου, όπου δικαιούχος δεν είναι ο θανών αφού πιά δεν υπάρχει σαν φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αλλά οι οικείοι του, τότε κάνουμε λόγο για ψυχική οδύνη. Πρόκειται λοιπόν για δύο έννοιες με ταυτόσημο περιεχόμενο που διαφοροποιούνται ως προς τους εκάστοτε δικαιούχους και τα κριτήρια προσδιορισμού της αποζημίωσης.