Η προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης – Πότε επιτρέπεται και πώς εκτελείται;

Η θεσμοθέτηση της προσωπικής κράτησης στο αστικό δικονομικό δίκαιο ανατρέχει στην αρχαιότητα. Γενικά, πρόκειται για ένα μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, το οποίο έγινε αντικείμενο πολλών επικρίσεων από τη θεωρία, λόγω των βαρύτατων συνεπειών που συνεπάγεται για το πρόσωπο του οφειλέτη.

Συγκεκριμένα, η θεωρία αποκρούει τον θεσμό της προσωπικής κράτησης επικαλούμενη την αντίθεσή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθιερώνει ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου και ως αντιβαίνοντα στο δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας που κατοχυρώνεται στα άρθρα 5 παρ. 3 και 6 παρ. 1 του Συντάγματος. Ωστόσο, η νομολογία, δέχεται σταθερά ότι το άρθρο 5 παρ. 3 του Συνάγματος συνιστά το συνταγματικό έρεισμα της προσωπικής κράτησης και ότι το άρθρο 6 του Συντάγματος αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στις εγγυήσεις της προσωπικής ελευθερίας μόνο έναντι ασκήσεως ποινικής δίωξης (ΑΠ 239/1988).

Η αμφισβήτηση του θεσμού της προσωποκράτησης και οι συζητήσεις για τον περιορισμό της ή ακόμα και για την κατάργησή της έγιναν ακόμα εντονότερες με την κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, και με την κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου  των Ηνωμένων Εθνών για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ) με τον ν. 2462/1997. Με την κύρωσή τους, τα ως άνω νομοθετήματα ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη και αναγνωρίστηκαν ως κανόνες υπέρτερης νομοθετικής ισχύος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ως εκ τούτου, τέθηκε το ερώτημα αν ο θεσμός της προσωπικής κράτησης έπρεπε να καταργηθεί ως αντικείμενος αφενός στο άρθρο 11 του ΔΣΑΠΔ, το οποίο προέβλεπε ότι «κανείς δεν φυλακίζεται λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση», και αφετέρου στις διατάξεις της ΕΣΔΑ, ιδίως δε στο αρ. 5 παρ. 1 περ. β’ του ανωτέρω ευρωπαϊκού νομοθετήματος.  Η νομολογία, στηριζόμενη στο γράμμα του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου, δέχθηκε ότι η προσωπική κράτηση εξακολουθούσε να ισχύει ως μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων από αδικοπραξία και ως μέσο έμμεσης εκτέλεσης με βάση τα αρ. 941 παρ. 2, 946 παρ. 1, 947 παρ. 1, 950 παρ. 1 και 1038 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς βρισκόταν σε πλήρη εναρμόνιση με το διεθνές δίκαιο, ενώ επιπλέον, έχει κριθεί ότι ο θεσμός της προσωποκράτησης δεν αντιβαίνει στις διατάξεις της ΕΣΔΑ.

  • Άσκηση και προϋποθέσεις απαγγελίας προσωπικής κράτησης

Σήμερα, η προσωπική κράτηση ρυθμίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1047-1054 ΚΠολΔ και προβλέπεται σε πολλές διατάξεις του ίδιου νομοθετήματος.

  • Όσον αφορά την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, οι περιπτώσεις επιβολής της προσωπικής κράτησης, έχουν περιοριστεί σημαντικά και, μολονότι ο θεσμός αυτός δεν έχει καταργηθεί επισήμως, μπορεί πλέον να διαταχθεί μόνο για απαιτήσεις που απορρέουν από αδικοπραξία. Στην περίπτωση αυτή, η απαγγελία της προσωπικής κράτησης εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.
  • Επιπλέον, διατάσσεται ως απειλούμενη κύρωση για τον εξαναγκασμό του οφειλέτη σε συμμόρφωση προς το διατακτικό δικαστικής απόφασης, όπως συμβαίνει ενδεικτικά στις περιπτώσεις των άρθρων 941 παρ. 2, 946 παρ. 1, 947 παρ. 1, 950 παρ. 1, 864 και 1038 παρ. 1 ΚΠολΔ. Έτσι, ο ενάγων μπορεί υπό την απειλή προσωπικής κρατήσεως σε βάρος του εναγομένου/ηττηθέντος διαδίκου να ζητήσει πχ. την άρση μιας παράνομης κατάστασης και τη μη επανάληψή της στο μέλλον, προκειμένου να εξασφαλιστεί ακριβώς η συμμόρφωσή του.

Περεταίρω, σύμφωνα με το άρθρο 1049, για να συλληφθεί ο ηττηθείς διάδικος/εναγόμενος προς εκτέλεση της προσωπικής κράτησης, απαιτείται την τελεσιδικία της απόφασης που την διατάζει και την επίδοσή της σε αυτόν που καταδικάσθηκε, χωρίς όμως να είναι απαραίτητη και η τελεσίδικη επιδίκαση της εκτελούμενης απαίτησης.

Η μέγιστη διάρκειά της ορίζεται στο ένα έτος και το επιτρεπτό αυτής κρίνεται με βάση το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που αυτή επιχειρείται και εκτελείται. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο δανειστής οφείλει να προκαταβάλει τα «τροφεία» του φυλακιζόμενου.

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση με την οποία επιβάλλεται το μέτρο αυτό και προσδιορίζεται η διάρκειά του πρέπει να μην θίγει και να μην προσβάλλει την συνταγματικά κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Το δικαστήριο δηλαδή, για το σχηματισμό της κρίσης του λαμβάνει υπόψη τη λειτουργία του θεσμού ως μέσου πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης του δανειστή, συνεκτιμά τις συνθήκες της εκάστοτε ατομικής περίπτωσης και επιβάλλει την προσωπική κράτηση για χρέη μόνο όταν αυτή τελεί σε εύλογη σχέση με τον ως άνω σκοπό και  είναι απολύτως πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξή του.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει και η προσθήκη στο άρθρο 1049 παρ. 1 εδ. γ’ του ΚΠολΔ που επήλθε μέσω του ν. 4335/2015, σύμφωνα με την οποία «η απόφαση που διατάζει την προσωπική κράτηση, σύμφωνα με το άρθρο 1047, δεν εκτελείται αν εκείνος που καταδικάστηκε βρίσκεται κατά το χρόνο της εκτέλεσης σε αδυναμία να εκπληρώσει τη χρηματική οφειλή του». Ο ν. 4335/2015 διασαφηνίζει την ανωτέρω ρύθμιση, ορίζοντας ότι η εκτέλεση λαμβάνει κανονικά χώρα, όταν οι οφειλέτες είναι «πρόσωπα που είναι οικονομικώς εύρωστα, άλλα αποκρύπτουν τα περιουσιακά τους στοιχεία για να αποφύγουν την πληρωμή των βεβαιωμένων με δικαστική απόφαση υποχρεώσεων τους, απέναντι ενδεχομένως δανειστών που είναι οικονομικώς ασθενέστεροι και αναμένουν ευλόγως την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους για την κάλυψη των δικών τους αναγκών, κατά κανόνα επιτακτικών».

  • Ειδικότερα: Η κατάργηση της προσωπικής κράτησης των εμπόρων για εμπορικά χρέη

Μέχρι την θέση σε ισχύ του ν. 3994/2011, οπότε και καταργήθηκε, και με βάση την παγιωμένη νομολογία που δεχόταν τη συμφωνία του τότε αρ. 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ με το αρ. 11 του Διεθνούς Συμφώνου, εξακολουθούσε να υπάρχει στο αρ. 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ ρητή πρόβλεψη της δυνατότητας να επιβληθεί προσωπική κράτηση για εμπορικά χρέη. Ως αιτιολογία της ανωτέρω θέσης της, η νομολογία επικαλείτο ότι η ίδια διατύπωση του άρθρου 11 ου ΔΣΑΠΔ «δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη. Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ’ εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση» (ΑΠ 33/2011, ΑΠ 23/2005).

Ωστόσο, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3994/2011, ο νομοθέτης επικαλείται την υπ’ αρ. 1/2010 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, στην οποία κρίθηκε αντισυνταγματικός ο θεσμός της προσωποκρατήσεως για χρέη προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα ως αντιβαίνων στα αρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 3 του Συντάγματος. Η ανωτέρω απόφαση του ΑΕΔ αποτέλεσε το έναυσμα, ώστε η νομολογία να αρχίσει να συντάσσεται με την παγιωθείσα στη θεωρία γνώμη για την αντισυνταγματικότητα της προσωποκράτησης για χρηματικά χρέη. Θέλοντας ο νομοθέτης να συμπορευθεί με το σκεπτικό  της ανωτέρω απόφασης και με το αρ. 11 του Διεθνούς Συμφώνου, κατήργησε με το άρθρο 62 του ν. 3994/2011 τον θεσμό της προσωπικής κράτησης για τις εμπορικές απαιτήσεις, διατηρώντας την μόνο για απαιτήσεις από αδικοπραξίες.

Την ίδια γραμμή πλεύσης ακολουθεί ο νομοθέτης και στον Ν. 4335/2015. Σύμφωνα, επομένως, με την ως άνω νεότερη νομοθεσία, δεν υφίσταται πλέον ειδική πρόβλεψη για δυνατότητα να διαταχθεί η προσωποκράτηση εμπόρου για εμπορικά χρέη, εκτός και αν κάποιος ειδικός νόμος επιτρέπει τούτο, ρητά ή εξαιρετικά, είτε μόνο για εμπόρους, είτε για κάθε οφειλέτη.

  • Αποκλεισμός προσωπικής κράτησης

Στο άρθρο 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι προσωπική κράτηση δεν μπορεί να επιβληθεί

α) για απαίτηση δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν από πολιτικό δικαστήριο

β) για απαίτηση από αδικοπραξία μικρότερη από 30.000 ευρώ.

Επιπλέον, για λόγους επιείκειας, το άρθρο 1048 εξαιρεί ορισμένες κατηγορίες φυσικών προσώπων από τη δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης, και συγκεκριμένα:

α) τους ανηλίκους ή πρόσωπα που τελούν υπό δικαστική συμπαράσταση,

β)  τους βουλευτές, όσο διαρκεί η σύνοδος της Βουλής και 4 βδομάδες μετά,

γ) πρόσωπα άνω των 65 ετών και

δ) ιερείς κάθε γνωστής θρησκείας.

Αν και προσωπική κράτηση διατάσσεται τόσο κατά φυσικών προσώπων όσο και κατά των εκπροσώπων του νομικού προσώπου, ο ΚΠολΔ, ήδη από την αρχική του έκδοση,  εισήγαγε εξαίρεση από τον κανόνα της  δυνατότητας επιβολής προσωπικής κράτησης, για τους εκπροσώπους των Α.Ε. και των Ε.Π.Ε. Με τον ν. 4072/2012 η εξαίρεση αυτή επεκτάθηκε και στους εκπροσώπους των Ι.Κ.Ε (αρ. 1047 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δεν μπορεί να διαταχθεί δηλαδή προσωπική κράτηση κατά των εκπροσώπων των ως άνω εταιρικών τύπων  για χρέη από αδικοπραξία που βαρύνουν το νομικό πρόσωπο. Όταν όμως πρόκειται για χρέη που πηγάζουν από  αδικοπραξία και αυτά βαρύνουν ατομικά το ίδιο το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, θεμελιώνεται ιδιαίτερη ευθύνη τους, έστω και αν αυτό τέλεσε την αδικοπραξία στο πλαίσιο των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί. Αυτό συμβαίνει όταν π.χ. ο νόμιμος εκπρόσωπος της Α.Ε., Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε. διαπράττει απάτη ή προβαίνει στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής, οπότε και θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη τόσο του προσώπου αυτού όσο και του νομικού προσώπου. Απαραίτητη προϋπόθεση ωστόσο για την επιβολή της προσωπικής κράτησης είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος να είναι «δράστης του αδικήματος» (ΑΠ 271/2015). Αξιοσημείωτο είναι στο σημείο αυτό, ότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη της ιδιότητας του εκπροσώπου είναι ο χρόνος απαγγελίας της προσωπικής κράτησης.

  • Η εκτέλεση της απόφασης επιβολής της προσωποκράτησης

Καταρχάς, δέον είναι να επισημανθεί ότι η προσωποκράτηση συνιστά ένα προσωποπαγές μέσο εκτέλεσης, δηλαδή δεν επεκτείνεται σε άλλα πρόσωπα, πλην του ίδιου του οφειλέτη. Ο δικαστικός επιμελητής συλλαμβάνει τον οφειλέτη, πάντα μπροστά σε μάρτυρα που προσλαμβάνεται για το σκοπό αυτό, και συντάσσεται σχετική έκθεση (αρ. 1049 παρ. 2 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η σύλληψη απαγορεύεται να γίνει:

α) στον τόπο όπου συνεδριάζει δικαστήριο και όσο διαρκεί η συνεδρίαση,

β) σε καθιερωμένο τόπο ιερουργίας γνωστής θρησκείας και όσο διαρκεί η ιερουργία,

γ) νύχτα, τα Σαββατοκύριακα και τις κατά νόμο εξαιρετέες ημέρες (αρ. 929 §3 ΚΠολΔ),

δ) από 1 έως 31 Αυγούστου,

ε) από 23 Δεκεμβρίου μέχρι 7 Ιανουαρίου του επόμενου έτους,

στ) από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Θωμά και

ζ) την προηγούμενη και την επόμενη εβδομάδα των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Ο.Τ.Α. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.

Χαρακτηριστικό είναι ακόμη, ότι, για λόγους προστασίας της προσωπικότητάς του, ο προσωποκρατούμενος κρατείται σε διαφορετικό χώρο από αυτόν των υποδίκων και καταδικασμένων (αρ. 1050 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ).

Τέλος, ο νομοθέτης προβλέπει, προς πραγμάτωση της δικαιοσύνης και εξισορρόπηση συμφερόντων και την αποφυγή του έσχατου μέσου της προσωποκράτησης, περιπτώσεις απολύσεως του κρατουμένου (αρ. 1052, 1053 ΚΠολΔ), καθώς και τη δυνατότητα αυτού να προβάλει αντιρρήσεις κατά της προσωπικής κράτησης τόσο κατά τη σύλληψη και μέχρι την παράδοσή του στον διευθυντή των φυλακών (αρ. 1050 ΚΠολΔ), όσο και κατά της εκτέλεσης, πριν τη συλληψη (αρ. 933 ΚΠολΔ) και μετά τη φυλάκιση (αρ. 1054 ΚΠολΔ).c