Εποχική (εποχιακή) απασχόληση

Οι συχνές εξελίξεις στον οικονομικό χώρο και δη στο χώρο των επιχειρήσεων δημιούργησαν την ανάγκη προσαρμογής του εργατικού δικαίου, μεταξύ άλλων με την εμφάνιση των «ευέλικτων μορφών απασχόλησης». Οι μορφές αυτές απασχόλησης παρεκκλίνουν του συνηθισμένου προτύπου παροχής της μισθωτής εργασίας. Στόχος τους είναι η σύμφωνη με τις ανάγκες των επιχειρήσεων παροχή κινήτρων για την πρόσληψη περισσότερων εργαζομένων, με  μεγαλύτερη ελευθερία και ευελιξία στον τρόπο κατανομής τους.

Ορισμός

Η ΥΑ 36716/1211/30.12.2009, δίνει έναν ορισμό της εποχικής απασχόλησης ως «εργασίας που παρέχεται σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις, υποκαταστήματα ή παραρτήματα επιχειρήσεων οι οποίες από τη φύση τους, τις καιρικές ή ιδιαίτερες συνθήκες ή λόγω των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών λειτουργούν κατά ημερολογιακό έτος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο και μικρότερο από εννέα μήνες, κατά το υπόλοιπο δε χρονικό διάστημα του ημερολογιακού έτους δεν απασχολούν προσωπικό που υπερβαίνει το 25% του μέσου όρου του προσωπικού, το οποίο απασχολούν κατά την περίοδο αιχμής της δραστηριότητάς τους».

  • Η εποχική εργασία, ως μορφή ευέλικτης απασχόλησης είναι η απασχόληση του εργαζομένου για συγκεκριμένους μήνες του έτους. Η εποχική απασχόληση εξυπηρετεί κυρίως, επιχειρήσεις με αμιγώς εποχική δραστηριότητα, όπως για παράδειγμα παραθαλάσσια εστιατόρια, ή ξενοδοχεία που λειτουργούν μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, ελαιοτριβεία, γεωργικές επιχειρήσεις. Επίσης, χρησιμοποιείται και από επιχειρήσεις που καίτοι λειτουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ορισμένες χρονικές περιόδους έχουν αυξημένο φόρτο εργασίας και άρα αυξημένη ανάγκη για εργατικό δυναμικό.
  • Βασικό γνώρισμα που χαρακτηρίζει κάθε εποχική σύμβαση εργασίας, είναι η εναλλαγή περιόδων παροχής και μη παροχής αυτής κατά τη διάρκεια του έτους, η οποία προσφέρεται δυνάμει διαφορετικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για κάθε χρονική περίοδο και όχι μίας ενιαίας. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις προβλέπεται από τον νόμο το δικαίωμα του εποχικού μισθωτού να ζητήσει την επαναπρόσληψή του από την επιχείρηση όπου εργάστηκε και για την επόμενη περίοδο, βεβαίως και εδώ με νέα σύμβαση εργασίας (βλ. άρθρο 8 Ν. 1346/1983 για εργαζόμενους σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις).
  • Αξίζει, να σημειωθεί ότι συνήθως οι εποχικοί εργαζόμενοι δεν θεωρούνται μερικώς εργαζόμενοι, παρά μόνο στις περιπτώσεις που ισχύουν γι’ αυτούς και οι προϋποθέσεις για τη μερική απασχόληση, δηλαδή η παροχή της εποχιακής εργασίας λιγότερες ώρες τη μέρα.
  • Η ετήσια περίοδος παροχής της εποχικής απασχόλησης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δύο, ούτε μεγαλύτερη από εννέα μήνες.

Δικαιώματα

  • Όπως και κάθε εργαζόμενος, έτσι και ο εποχικός δικαιούται να λαμβάνει επιπλέον του συμφωνημένου μισθού του δώρα Πάσχα, αν εργάστηκε από 01/01 μέχρι και 30/04 και Χριστουγέννων, αν εργάστηκε μεταξύ 01/05 και 31/12. Επίσης, δικαιούται επίδομα και αποδοχές αδείας, τα οποία όμως, καθώς ως εποχικός εργαζόμενος δεν λαμβάνει άδεια, παρά μόνο ρεπό, δικαιούται να αναζητήσει κατά την απόλυσή του, παράλληλα με την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως (βλ. νομολογία Α.Π. 1436/1991/ ΜΠ Ρόδου 93/2013 ).
  • Μεταξύ των δικαιωμάτων των εποχικώς εργαζομένων περιλαμβάνεται και η ευνοϊκότερη ένταξή τους στο ταμείο ανεργίας, η οποία είναι σύμφωνη με την αρχή της ισότητας που επιβάλλει την ανόμοια μεταχείριση  ανόμοιων υποθέσεων. Πράγματι, για την ένταξη του εποχικώς απασχολούμενου στον ΟΑΕΔ και τη λήψη εποχικού επιδόματος, απαιτεί τη συμπλήρωση μόλις 100 ημερομισθίων, αριθμός ο οποίος ποικίλλει ανάλογα με το επάγγελμα του εποχικώς απασχολούμενου. Σε κάθε περίπτωση τα ελάχιστα ημερομίσθια για τη λήψη του εποχικού επιδόματος κυμαίνονται από 100- 50.

Άδειες διαμονής για εποχική εργασία στην Ελλάδα

Όσον αφορά στους αλλοδαπούς που εισέρχονται στην χώρα προκειμένου να εργαστούν για συγκεκριμένη χρονική περίοδο ως εποχικοί εργαζόμενοι, το ισχύον νομικό πλαίσιο τίθεται από το άρθρο 18 του Κώδικα Μετανάστευσης. Συγκεκριμένα, χορηγείται στον αλλοδαπό, μετά την έγκριση της εισόδου του στην Ελλάδα για εποχική απασχόληση, θεώρηση εισόδου ισόχρονη με την απασχόληση αυτή, η οποία όμως δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες. Η θεώρηση αυτή εκδίδεται από την προξενική αρχή και αφορά  αποκλειστικά στην εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας στον συγκεκριμένο εργοδότη, μετά από πρόσκληση του οποίου ο αλλοδαπός εισήλθε στη χώρα για να εργαστεί. Μετά το πέρας του προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος, ο εποχικός απασχολούμενος υποχρεούται να εγκαταλείψει τη χώρα, με ποινή απαγόρευσης επανεισόδου σ΄ αυτή για χρονική διάρκεια πέντε ετών από την ημερομηνία, κατά την οποία ήταν υποχρεωμένος να αποχωρήσει.