Επίσχεση εργασίας – Μύθοι και Πραγματικότητα

«Πώς κατήργησαν την επίσχεση εργασίας».

«Στο γύψο και η επίσχεση εργασίας»

«Άρειος Πάγος κατά δικαιώματος επίσχεσης απλήρωτων εργαζομένων».

«Ανατροπή της νομολογίας για την επίσχεση από τον Άρειο Πάγο».

«Ο Άρειος Πάγος «καταργεί» και το δικαίωμα στην επίσχεση εργασίας».

«Ούτε επίσχεση εργασίας κύριοι δικαστές;»

 

Ανωτέρω παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένοι τίτλοι κειμένων που αναρτήθηκαν σε δημοφιλείς ειδησεογραφικές και μη ιστοσελίδες, με αφορμή την Απόφαση υπ’ αριθμόν 114/2017 του Αρείου Πάγου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2017. Η ευρεία δημοσιότητα που έλαβε η εν λόγω Απόφαση είχε ως αποτέλεσμα να εδραιωθεί σε μεγάλο τμήμα του εργασιακού πληθυσμού της χώρας η πεποίθηση ότι το δικαίωμα στην επίσχεση εργασίας έχει -στην καλύτερη περίπτωση- αποδυναμωθεί. Σε συνδυασμό δε με τα υψηλότατα ποσοστά ανεργίας που μαστίζουν τη χώρα, και ιδίως το νεότερο εργατικό δυναμικό, η πεποίθηση αυτή καθιστά τους εργαζομένους άκρως διστακτικούς ως προς τη διεκδίκηση των εργασιακών τους δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα να υπομένουν συστηματικά σημαντικές καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων τους αποδοχών, υπό το φόβο ότι τυχόν επίσχεση εργασίας θα κριθεί καταχρηστική και θα εκληφθεί ως οικειοθελής αποχώρηση από την εργασιακή τους θέση. Είναι, όμως, βάσιμες αυτές οι ανησυχίες των εργαζομένων ή αποτελούν συνέπεια μίας ρηχής, επιφανειακής και κατ’ επέκταση εσφαλμένης ερμηνείας της ανωτέρω Απόφασης; Συντελέστηκε πράγματι μία «στροφή» της Νομολογίας ως προς το δικαίωμα στην επίσχεση εργασίας και τις συνέπειες ασκήσεώς του;

Το δικαίωμα του μισθωτού να προβεί σε επίσχεση της εργασίας του όταν έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη του ουδέποτε υπήρξε απεριόριστο, καθώς ανέκαθεν υπόκειται στους περιορισμούς που θέτει η γενική διάταξη του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα και πρέπει να ασκείται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών πρακτικών. Διαφορετικά η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη, ενώ είναι δυνατόν να κριθεί από το Δικαστήριο της ουσίας ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για οικειοθελή αποχώρηση του εργαζομένου από την εργασιακή του θέση. Διαχρονικά, η νομιμότητα της επισχέσεως εργασίας κρίνεται από τα Δικαστήρια, αφού ληφθούν υπ’ όψιν οι κάτωθι παράγοντες (ΑΠ 1248/2015, ΑΠ 1153/2009, ΑΠ 1510/2010):

  • Εάν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη.
  • Εάν η καθυστέρηση οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη ή σε απρόβλεπτες και δυσμενείς για αυτόν περιστάσεις ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία του.
  • Εάν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα.
  • Εάν η επίσχεση στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη.
  • Εάν η επίσχεση εργασίας αφορά σημαντική ή ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα ανωτέρω ζητήματα είναι ελεύθερη και λαμβάνονται πάντοτε υπ’ όψιν οι ιδιαίτερες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε περίπτωση.

Η κρίση επί της νομιμότητας της εκάστοτε επίσχεσης εργασίας λαμβανόταν ανέκαθεν από τα Δικαστήρια, με κριτήριο τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων. Το ίδιο συνέβη και στην περιβόητη απόφαση 114/2017 του Αρείου Πάγου, η οποία καθόλου δεν διαφοροποιήθηκε από την πάγια νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων. Εάν ανατρέξουμε στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, και συγκεκριμένα στον Απρίλιο του 2009, θα βρούμε την Απόφαση 1153/2009 του Αρείου Πάγου, η οποία, αφότου έλαβε υπ’ όψιν τους παράγοντες που παρατίθενται ανωτέρω, έκρινε ότι η υπό κρίση επίσχεση εργασίας ασκήθηκε καταχρηστικά και, επομένως, παρανόμως.

Η μοναδική ουσιώδης διαφορά των δύο αποφάσεων, η παλαιότερη εκ των οποίων δεν προκάλεσε τον πάταγο που προκάλεσε η νεότερη, είναι ότι στο σκεπτικό της πλέον πρόσφατης εκ των δύο 114/2017 ως ένας από τους πολλούς παράγοντες που διαμόρφωσαν την κρίση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, αναφέρεται η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η κρίση αυτή, η οποία από το 2009 πλήττει τη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα, σε καμία περίπτωση δεν αρκεί αυτοτελώς, από μόνη της, για να δικαιολογήσει την κρίση ότι ενδεχόμενη άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας είναι καταχρηστική. Φυσικά, θα ήταν εξίσου αντίθετη στο πνεύμα της νομολογίας και η παράβλεψη αυτής της πραγματικότητας, αφού για τη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου διαχρονικά λαμβάνονται υπ’ όψιν τυχόν δυσμενείς περιστάσεις και ενδεχόμενη οικονομική δυσπραγία του εργοδότη.

Το γεγονός πως η ανωτέρω απόφαση δεν αποτελεί μεταστροφή της νομολογίας, αποδεικνύεται περίτρανα από την μελέτη των αποφάσεων 1003/2017 και 1287/2017 του Αρείου Πάγου. Οι αποφάσεις αυτές είναι μεταγενέστερες της απόφασης 114/2017 του Ανωτάτου Δικαστηρίου και, ενώ όπως προκύπτει από το σκεπτικό τους, η κρίση τους καθορίζεται από τα ίδια κριτήρια που παρατέθηκαν ανωτέρω, δικαιώνουν τους μισθωτούς και αποφαίνονται ότι οι τελευταίοι άσκησαν νομίμως το δικαίωμα της επισχέσεως εργασίας.

Η μελέτη της νομολογίας καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση de facto κατάργησης ή έστω αποδυνάμωσης του δικαιώματος των μισθωτών στην επίσχεση εργασίας. To δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να απολαμβάνει την ίδια προστασία όπως και στο παρελθόν και οι μισθωτοί, που το ασκούν εντός των ορίων του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, δύνανται να προσδοκούν βάσιμα την δικαστική δικαίωσή τους. Αποτελεί αδήριτη ανάγκη η έγκαιρη διάγνωση του ιστορικού της εκάστοτε εργασιακής σχέσης από δικηγόρο που εξειδικεύεται στο εργατικό δίκαιο, προκειμένου να αξιολογήσει τη νομιμότητα ή μη ενδεχόμενης άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας.