Είναι δυνατή η ανάκληση της περί πολιτικής αγωγής απόφασης;

Πολύ συχνά το ποινικό δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί των αντιρρήσεων που εκφράζονται σχετικά με την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντα. Άλλοτε αποδέχεται τις προβαλλόμενες ενστάσεις και διατάζει την αποβολή της πολιτικής αγωγής από τη συγκεκριμένη δίκη και άλλοτε κρίνει υπέρ της παραμονής του πολιτικώς ενάγοντα. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο είναι δυνατό να ανακαλέσει μεταγενεστέρως το ποινικό δικαστήριο αυτήν την απόφασή του και να επιτρέψει έτσι για παράδειγμα την επιστροφή του αποβεβλημένου πολιτικώς ενάγοντα. Αναγκαία προϋπόθεση για να απαντηθεί το ανωτέρω ερώτημα είναι η διάγνωση της φύσης της απόφασης περί αποβολής ή μη της πολιτικής αγωγής.

Αναμφισβήτητα, η απόφαση που αποφαίνεται επί ζητημάτων πολιτικής αγωγής δεν συμπίπτει με την οριστική απόφαση που αποφαίνεται επί της κατηγορίας και περατώνει τη δίκη. Αντιθέτως, η απόφαση επί της πολιτικής αγωγής φαίνεται να συνιστά μία κατ’ άρθρο 548 ΚΠΔ προπαρασκευαστική απόφαση. Ωστόσο, το άρθρο 548 ΚΠΔ δεν δίδει έναν ορισμό των προπαρασκευαστικών πράξεων, παρά μόνο προβλέπει ότι οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις είναι ανακλητές και άμεσα εκτελεστές.

Διαφωτιστική είναι σε αυτό το σημείο η νομολογία που έχει διατυπώσει τον πάγιο πλέον ορισμό ότι προπαρασκευαστικές είναι οι αποφάσεις εκείνες οι οποίες «δεν αποφαίνονται τελειωτικώς επί της κατηγορίας αλλά απλώς προπαρασκευάζουν την τελειωτική κρίση και απόφαση επ` αυτής» (ΕφΑθ 836/68, ΑΠ 944/78, ΕφΑθ 972/84, ΤριμΠλημΘεσ 7543/1986, ΤρΠλημΠειρ 5819/2002, ΑΠ 719/2013, ΑΠ 566/2014). Εκ πρώτης όψεως, επομένως, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι και η απόφαση περί πολιτικής αγωγής είναι ανακλητή με βάση το άρθρο 548 ΚΠΔ.

Παρά ταύτα, η δυνατότητα ανακλήσεως όλων συλλήβδην των μη οριστικών αποφάσεων προβλημάτισε τη θεωρία και τη νομολογία, με αποτέλεσμα να υιοθετηθεί σταδιακά η άποψη ότι δεν είναι όλες οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις ανακλητές, αλλά μόνο αυτές που δεν λύνουν οριστικά ένα θέμα, το οποίο ανέκυψε και σχετίζεται με την κατηγορία, προπαρασκευάζοντας την κρίση του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου (βλ. ΤρΠλημΠειρ 5819/2002). Δημιουργήθηκε εξ αυτού του λόγου μία διάκριση μεταξύ αφενός των «γνήσιων προπαρασκευαστικών» αποφάσεων, οι οποίες είναι ελεύθερα ανακλητές και αφετέρου των «μη γνήσιων προπαρασκευαστικών» ή αλλιώς «παρεμπιπτουσών» αποφάσεων, οι οποίες ναι μεν δεν αποφαίνονται οριστικά επί της κατηγορίας, αλλά επιλύουν οριστικά ένα αναφυέν ζήτημα (βλ. ενδεικτ. ΤριμΠλημΘεσ 7543/1986, ΣυμβΠλημΚατερ 54/1993, ΤρΠλημΠειρ 5819/2002, ΑΠ 719/2013, ΑΠ 566/2014, ΑΠ 1197/2016, ΑΠ 1788/2016). Οι τελευταίες λόγω της σπουδαιότητάς τους δεν είναι ανακλητές. Παραδείγματα γνήσιων προπαρασκευαστικών αποφάσεων αποτελούν κατεξοχήν οι αναβλητικές αποφάσεις, όπως η αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις, ενώ ως παρεμπίπτουσες χαρακτηρίζονται οι αποφάσεις περί πολιτικής αγωγής.

Ακολουθώντας το παραπάνω σκεπτικό και τη διάκριση μεταξύ γνήσιων προπαρασκευαστικών και παρεμπιπτουσών αποφάσεων, η νεότερη νομολογία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις περί πολιτικής αγωγής, ούσες παρεμπίπτουσες, δεν είναι ανακλητές (βλ. ΑΠ 566/2014, ΑΠ 1197/2016). Αυτό φαίνεται να είναι και το ορθότερο, δεδομένης της φύσης της απόφασης περί αποβολής ή μη του πολιτικώς ενάγοντος. Μία τέτοια απόφαση του δικαστηρίου είναι ποιοτικά διαφορετική από την απόφαση που αποφαίνεται για παράδειγμα επί αιτήματος αναβολής και δεν μπορεί να εξομοιωθεί με αυτές, καθώς η απόφαση περί πολιτικής αγωγής αφορά ένα ζήτημα πολύ πιο ουσιώδες και σημαντικό όχι μόνο για το πρόσωπο που επιθυμεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, αλλά κυρίως για τον κατηγορούμενο και την εξέλιξη της δίκης.

Ως προς το ζήτημα αυτό, έχουν υποστηριχθεί όμως ακόμα δύο απόψεις. Πρώτον, ο Ι. Ανδρουλάκης, στηριζόμενος στη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 548 ΚΠΔ και στις ΣυμβΕφΠειρ 268/1977, ΣυμβΑΠ 944/1978 και ΤριμΠλημΛαρ 3574/2013,  υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις περί πολιτικής αγωγής είναι ελεύθερα ανακλητές μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (βλ. το άρθρο του στα ΠοινΧρον2014, σελ. 641 επ.). Διαφορετικά, τέλος, έχει προσεγγίσει το ζήτημα ο Αν. Τριανταφύλλου, κατά τον οποίο οριστική και άρα μη ανακλητή είναι η απόφαση του δικαστηρίου περί πολιτικής αγωγής, όταν το αίτημα παράστασης πολιτικής αγωγής απορρίπτεται για λόγους ουσιαστικούς, ενώ εξ αντιδιαστολής, ανάκληση της απόφασης περί πολιτικής αγωγής είναι δυνατή όταν η παράσταση πολιτικής αγωγής είχε γίνει δεκτή παρά την ύπαρξη τυπικών ελαττωμάτων ή όταν κρίθηκε απαράδεκτη λόγω έλλειψης των κατ’ άρθρο 84 ΚΠΔ στοιχείων (βλ. Αν. Τριανταφύλλου, Ο αναιρετικός έλεγχος της αιτιολόγησης των παρεμπιπτουσών αποφάσεων, ΠοινΧρον 2008, σελ. 500 επ.).