Ναυτικό ατύχημα

Σύμφωνα με τον ορισμό του  Κώδικα του Διεθνούς Ναυτικού Οργανισμού (IMO) για τη διερεύνηση Ναυτικών Ατυχημάτων και Συμβάντων, ως ναυτικό ατύχημα ορίζεται κάθε συμβάν ή ακολουθία συμβάντων, που κατέληξε σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα, εφόσον αυτά έλαβαν χώρα σε άμεση σύνδεση με  τη λειτουργία του πλοίου:

α) θάνατο ή σοβαρό τραυματισμό προσώπου,

β) απώλεια (εξαφάνιση) προσώπου από πλοίο,

γ) απώλεια ή τεκμαιρόμενη απώλεια ή εγκατάλειψη πλοίου,

δ) υλική ζημία σε πλοίο,

ε) προσάραξη ή ανικανότητα πλοίου να πλεύσει (ακυβερνησία)  ή εμπλοκή πλοίου σε σύγκρουση,

στ) υλική ζημιά στη ναυτική εξωτερική υποδομή πλοίου, που θα μπορούσε να θέσει σοβαρά σε κίνδυνο την ασφάλεια του ιδίου του πλοίου, άλλου πλοίου ή προσώπου/ ων,  και

ζ) σοβαρότατη ζημιά στο περιβάλλον, ήτοι ρύπανση με επιβλαβή επίδραση στο περιβάλλον), προκληθείσα από ζημιά ενός ή πλειόνων πλοίων, ή έστω ενδεχόμενο πρόκλησης τέτοιας.

Μάθετε τα δικαιώματα σας χωρίς δεσμεύσεις

Εφόσον το θύμα του ατυχήματος είναι  ναυτικός – μέλος του πληρώματος, πρόκειται περί ναυτεργατικού ατυχήματος οπότε εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του ναυτεργατικού δικαίου, που  προβλέπουν αποζημίωσή του ακόμα και αν δεν υπάρχει υπαιτιότητα του πλοιοκτήτη/ εφοπλιστή ή των προστηθέντων τους πλοιάρχου και αξιωματικών του πλοίου για το ατύχημα (βλ. σύνδεσμο link δικό μας).

Τις περιπτώσεις, όπου ο παθών δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος του πλοίου,  πραγματευόμαστε  κατωτέρω.

Τα ναυτικά ατυχήματα οφείλονται σε διάφορα περιστατικά, όπως  πυρκαγιά, έκρηξη, σύγκρουση, προσάραξη, πρόσκρουση, επαφή, σοβαρή ζημιά λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, ζημιά λόγω πάγου, ρωγμών ή πιθανού ελαττώματος του  κύτους, χωρίς τη συνδρομή των οποίων είτε το ναυτικό ατύχημα δεν θα είχε επέλθει, είτε οι δυσμενείς συνέπειές του πιθανόν να μην είχαν επέλθει καθόλου  ή εν πάση περιπτώσει  θα ήταν λιγότερο σοβαρές.

Όταν το ναυτικό ατύχημα οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη, γεννώνται ευθύνες προς αποζημίωση της υλικής ζημίας και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης των θυμάτων (ή , σε περίπτωση θανάτου, της ψυχικής οδύνης των συγγενών τους), είτε αυτά είναι επιβάτες του πλοίου, είτε φορτωτές ή παραλήπτες του φορτίου του, είτε ακόμα και πλοιοκτήτες.

Σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του Αστικού Κώδικα, προϋπόθεση για την αποζημίωση είναι να υπάρχει παράνομη πράξη ή παράλειψη και υπαιτιότητα των υπευθύνων για το ατύχημα προσώπων, φυσικών ή νομικών, τα οποία εμπλέκονται στην λειτουργία και  εκμετάλλευση του πλοίου, όπως είναι πχ ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής ή ο διαχειριστής και ως προστηθέντες αυτών ο πλοίαρχος ή τα μέλη του πληρώματος, καθώς και  αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης αυτής και της επελθούσης ζημίας.

Πράγματι, κατά τη ρητή διατύπωση του άρθ.   84 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, ο πλοιοκτήτης ευθύνεται για τις αδικοπραξίες του πλοιάρχου, του πληρώματος, ακόμα και του πλοηγού του πλοίου που αυτοί διέπραξαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ενώ οι εκ του εφοπλισμού απαιτήσεις ασκούνται και κατά του πλοίου. Συνεπώς, ευθύνεται και ο κύριος (ιδιοκτήτης) του πλοίου μέχρι της αξίας αυτού, ακόμα και αν δεν το εκμεταλλεύεται ο ίδιος για ίδιον όφελος και λογαριασμό.

Σε περίπτωση που η ζημία (σε φορτία, αποσκευές, άλλα πράγματα των πληρωμάτων, επιβατών ή άλλων επιβαινόντων) επήλθε λόγω σύγκρουσης πλοίων, σε αποκατάσταση της ζημίας ευθύνεται το υπαίτιο για την σύγκρουση πλοίο και σε περίπτωση συνυπαιτιότητας το καθένα ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος που το βαρύνει. Εάν όμως  δεν  δύναται  να καθορισθεί η αναλογία ή αν φταίνε και τα δύο εξ ίσου, τότε  η ευθύνη μερίζεται μεταξύ των πλοίων κατ` ίσα μέρη  (άρθ. 236 ΚΙΝΔ). Στην πράξη η αγωγή  ασκείται και κατά των δύο πλοίων, ο δε βαθμός της υπαιτιότητας εκάστου εξ αυτών προσδιορίζεται από το Δικαστήριο.

Για τις ζημιές ένεκα  θανάτου  ή  βλάβης  του  σώματος ή της υγείας, τα  υπαίτια  πλοία  ενέχονται  εις ολόκληρον  δια  τις ζημίες   (237 ΚΙΝΔ), δηλαδή το θύμα μπορεί να στραφεί για την αποζημίωσή του και κατά των δύο πλοίων, θα την εισπράξει όμως μόνο μία φορά.

Αξίζει να σημειωθεί  ότι τα δικαστήρια του Πειραιά έχουν συντρέχουσα καθ’ ύλην αρμοδιότητα να δικάσουν οποιαδήποτε ναυτική διαφορά ολόκληρης της ελληνικής  επικράτειας.

Επισημαίνεται ότι  οι αξιώσεις αποζημίωσης για ζημία ή βλάβη που προκλήθηκε σε πρόσωπα ή πράγματα από σύγκρουση πλοίων, έστω και αγκυροβολημένων,  υπόκεινται σε ετήσια παραγραφή (άρθ. 289 ΚΙΝΔ), η οποία αρχίζει από την λήξη του έτους καθ’ ο συμπίπτει η αφετηρία της (άρ. 291 ΚΙΝΔ), ενώ για τις λοιπές περιπτώσεις ισχύει η πενταετής παραγραφή του άρθ. 937του ΑΚ.

Συνιστάται επομένως να μην αδρανείτε, καθώς τυχόν αδράνεια συνεπάγεται κίνδυνο παραγραφής των δικαιωμάτων σας.

Key Contact

Κυριακή Χ. Μπάλτα

Εταίρος