Εργατικό δίκαιο

Περιγραφή

Αν αντιμετωπίζετε προβλήματα με τον εργοδότη σας ή θεωρείτε ότι κάποια συμπεριφορά σάς θίγει ή σας αδικεί, σας εγγυόμαστε τον βέλτιστο τρόπο για να εξασφαλίσετε και να ασκήσετε τα δικαιώματά σας, τόσο έναντι του εργοδότη σας όσο και έναντι των δημοσίων φορέων.
Αν πάλι ως εργοδότης φέρεστε ως κατηγορούμενος για παράβαση της εργατικής νομοθεσίας ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, σας έχουν επιβληθεί κυρώσεις για φορολογικές ή ασφαλιστικές παραβάσεις ή οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή σας έχουν στραφεί άδικα εναντίον σας, αναλαμβάνουμε να σας υποστηρίξουμε σε κάθε εξωδικαστική διαδικασία και ενώπιον κάθε δικαστηρίου με τον πλέον ασφαλή και αποτελεσματικό τρόπο.

Στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης αποτελεί σύνηθες φαινόμενο η σημαντική καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών, στις οποίες περιλαμβάνονται τόσο ο μηνιαίος μισθός όσο και οι λοιπές τακτικές αποδοχές (π.χ. Επίδομα Χριστουγέννων, Επίδομα Πάσχα, Επίδομα Αδείας). Ορισμένοι εργοδότες, προφασιζόμενοι έλλειψη ρευστότητας και εκμεταλλευόμενοι την ανασφάλεια που προκαλούν στους εργαζομένους τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, καθυστερούν αδικαιολόγητα την καταβολή του μηνιαίου μισθού και προτιμούν την καταβολή τμημάτων «έναντι» αυτού, προκαλώντας τη σώρευση υψηλών οφειλών. Ωστόσο, ακόμη και στην εποχή της διαρκούς καταπάτησης των εργασιακών δικαιωμάτων, ο εργαζόμενος διαθέτει ένα αρκετά ισχυρό νομικό «οπλοστάσιο», μέσω του οποίου έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει άφοβα τις δεδουλευμένες αποδοχές που του οφείλονται.

Οι δυνατότητες του εργαζομένου είναι οι ακόλουθες:

  • Άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας.
  • Υποβολή έγκλησης-μήνυσης κατά των νομίμων εκπροσώπων της εργοδοτικής επιχείρησης, με την οποία ζητείται η ποινική τους καταδίκη για το έγκλημα της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, όπως αυτό εξειδικεύεται με τον Αναγκαστικό Νόμο 690/1945 και με το άρθρο 28 του Νόμου 3996/2011.
  • Καταγγελία κατά της εργοδότριας εταιρίας ενώπιον του τοπικά αρμοδίου Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, με σκοπό να επιβληθούν στον εργοδότη τα αντίστοιχα πρόστιμα.
  • Αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρον 636A του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, υπό την προϋπόθεση ότι α) η σύναψη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και το ύψος του μισθού αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, και β) ο εργαζόμενος επιδίδει στον εργοδότη έγγραφη όχληση με δικαστικό επιμελητή τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την κατάθεση της αίτησης. Σε περίπτωση που ο εργοδότης ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, με σκοπό την ακύρωσή της, αυτή συζητείται υποχρεωτικά στην συντομότερη δυνατή δικάσιμο και σε κάθε περίπτωση εντός 3 μηνών από την άσκηση αυτής.
  • Αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του εργοδότη κατά τη διαδικασία των Ασφαλιστικών Μέτρων, η οποία συνίσταται στην περίπτωση που ο τελευταίος είναι προφανώς αφερέγγυος και ελλοχεύει ο κίνδυνος πραγματικής ή και πλασματικής μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης.
  • Άσκηση αγωγής κατά του εργοδότη κατά την Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών, η οποία εξασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση της διαφοράς. Η συζήτηση της αγωγής επί των διαφορών αυτών προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε 60 ημέρες από την κατάθεσή της, ενώ επιτρέπεται μόνο μία αναβολή με ανώτατο όριο τις 30 ημέρες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 621 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η δε απόφαση του δκαστηρίου δημοσιεύεται υποχρεωτικά μέσα σε 30 ημέρες από την συζήτηση της αγωγής.
  • Διεκδίκηση της αποζημιώσεως απολύσεως, καθώς εάν η καθυστέρηση των οφειλομένων μισθών είναι αξιόλογη, ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να θεωρήσει πως ο εργοδότης κατήγγειλε την εργασιακή του σύμβαση. Το δικαίωμα αυτό στηρίζεται στην θεωρία της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας, η οποία επεκτάθηκε και στην περίπτωση της καθυστέρησης καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών με το άρθρο 56 του Νόμου 4487/2017.

Τα δικαιώματα που πηγάζουν από τις διαφορές μισθών παραγράφονται μόλις παρέλθουν 5 χρόνια από τότε που οι απαιτήσεις κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, ενώ η καταβολή του μηνιαίου μισθού καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο τέλος κάθε μήνα.

Το σύνολο της εργατικής νομοθεσίας προστατεύει τον εργαζόμενο από τυχόν εκδικητική συμπεριφορά του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει άμεσος κίνδυνος απώλειας της εργασιακής του θέσης, με μοναδική αιτία τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων αποδοχών.

Ωστόσο, είναι απαραίτητη η εκ των προτέρων διαβούλευση με Δικηγόρο που ειδικεύεται στο Εργατικό Δίκαιο, ώστε να επιλεγεί η εκάστοτε ενδεδειγμένη λύση και να προληφθεί κάθε επικείμενος κίνδυνος.

Εάν ο εργοδότης καθυστερεί να καταβάλλει τις αποδοχές που οφείλει στον εργαζόμενο, τότε αυτός δικαιούται κατ’ αρχήν να προβεί σε επίσχεση εργασίας. Δηλαδή δικαιούται να δηλώσει στον εργοδότη, είτε προφορικά είτε με έγγραφη εξώδικη δήλωση, ότι διακόπτει την εργασία του μέχρι να καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές του. Τότε ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία οφειλέτη κατ’ άρθρον 656 του Αστικού Κώδικα, το οποίο πρακτικά σημαίνει ότι ο εργοδότης οφείλει κατά το διάστημα που διαρκεί η επίσχεση εργασίας να καταβάλλει στον εργαζόμενο κανονικά τις αποδοχές του, όπως θα έπραττε και κατά την περίπτωση που ο τελευταίος παρείχε κανονικά την εργασία του. Η επίσχεση εργασίας αίρεται αυτοδικαίως με την πραγματική εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του εργοδότη.

Κρίσιμη προϋπόθεση για τη νομιμότητα της επισχέσεως εργασίας είναι η αξιόλογη καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών. Ως προς το αξιόλογο της καθυστέρησης συνεκτιμώνται οι οικονομικές ανάγκες του εργαζομένου, η οικογενειακή του κατάσταση, το ύψος του οφειλομένου ποσού και τα αίτια της καθυστέρησης στην καταβολή αυτού. Συνεκτιμώνται, επίσης, η ζημία που υφίσταται ο εργοδότης από την άσκηση της επισχέσεως εργασίας, αλλά και η διάρκεια αυτής. Τα ζητήματα αυτά κρίνονται αποκλειστικά από το Δικαστήριο της ουσίας, καθώς ο εργοδότης δεν δικαιούται να ερμηνεύσει μονομερώς την άσκηση του δικαιώματος της επισχέσεως εργασίας ως οικειοθελή παραίτηση, ώστε να απαλλαγεί από την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως προς τον εργαζόμενο.

Δεδομένου ότι τα όρια μεταξύ νόμιμης και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας είναι δυσδιάκριτα, είναι απολύτως απαραίτητο να συμβουλετείτε δικηγόρο με εξειδίκευση στο εργατικό δίκαιο, πριν από την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος. Αφενός για να ελέγξει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης άσκησης του δικαιώματος και αφετέρου για να σας καθοδηγήσει ως προς την τακτική που θα ακολουθήσετε και τις διατυπώσεις που θα χρησιμοποιήσετε, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα δικαιώματά σας και να μην είναι εφικτό να ισχυριστεί βάσιμα ο εργοδότης ότι εγκαταλείψατε αυθαίρετα τη θέση εργασίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εργοδότης δεν δικαιούται να απολύσει τον εργαζόμενο με μόνη αιτία την άσκηση του δικαιώματος της επισχέσεως εργασίας από τη στιγμή που αυτό ασκείται νομίμως, καθώς η απόλυση αυτή κρίνεται από τα Δικαστήρια ως εκδικητική, καταχρηστική, παράνομη και κατ’ επέκταση άκυρη.

Η καταγγελία της συμβάσεως του εργαζομένου ανήκει κατ’ αρχήν στα δικαιώματα του εργοδότη. Ωστόσο, η εγκυρότητα αυτής εξαρτάται από την τήρηση των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος για κάθε επιμέρους περίπτωση. Κατά κανόνα, και εφόσον δεν υφίσταται αντίθετη πρόβλεψη από ειδικότερη διάταξη νόμου, τέτοιες προϋποθέσεις αποτελούν η τήρηση του έγγραφου τύπου της καταγγελίας και η κοινοποίηση αυτής στον εργαζόμενο, η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως και, εφόσον πρόκειται για σύμβαση ορισμένου χρόνου, η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, που να δικαιολογεί την καταγγελία.

Ακόμη και εάν ο εργοδότης τηρήσει όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, εφόσον το δικαίωμά του περί της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του εργαζομένου ασκηθεί καταχρηστικά, η απόλυση είναι επίσης άκυρη. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η καταγγελία της σύμβασης εργαζομένου, η οποία γίνεται με εκδικητικούς σκοπούς, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση που ο εργαζόμενος έχει ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας ή έχει διεκδικήσει δικαστικώς τυχόν οφειλές προς το πρόσωπό του ή αρνείται να δεχθεί παράνομη απαίτηση του εργοδότη.

Τέλος, η απόλυση είναι άκυρη εφόσον αυτό προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, που προστατεύει συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις εγκύους εργαζόμενες, τους αδειούχοι εργαζομένους, τους στρατευμένους μισθωτούς, τα συνδικαλιστικά στελέχη κλπ.

Η εγκυρότητα ή μη της καταγγελίας της συμβάσεως κρίνεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης κατόπιν σχετικής αγωγής του εργαζομένου.

ΠΡΟΣΟΧΗ:  Η αγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης πρέπει να ασκηθεί υποχρεωτικά εντός 3 μηνών (!!!) από την καταγγελία. Σε διαφορετική περίπτωση, επέρχεται απόσβεση του σχετικού δικαιώματος του εργαζομένου. Επίσης, η αξίωση για την καταβολή ή τη συμπλήρωση της αποζημίωσης απολύσεως πρέπει να ασκηθεί υποχρεωτικά εντός 6 μηνών (!!!) από την καταγγελία της σύμβασης.

Εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας κηρύξει άκυρη την καταγγελία της σύμβασης, ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει μισθούς υπερημερίας για το διάστημα μεταξύ της καταγγελίας της σύμβασης και της επίδοσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης, σαν να παρείχε την εργασία του κανονικά. Ακόμη, έχει την δυνατότητα να αξιώσει από τον εργοδότη την πραγματική του απασχόληση προσφέροντας κανονικά τις υπηρεσίες του. Εάν ο εργοδότης αρνηθεί, ο εργαζόμενος συνεχίζει να δικαιούται μισθούς υπερημερίας έως την αποδοχή της εργασίας του ή τυχόν νέα έγκυρη καταγγελία της συμβάσεώς του.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αποτελεί ίσως τη συνηθέστερη περίπτωση που ένας εργαζόμενος επιζητά δικηγορικές υπηρεσίες. Οι σύντομες αποσβεστικές προθεσμίες, καθώς και τα συχνά δυσδιάκριτα όρια μεταξύ έγκυρης και άκυρης καταγγελίας, καθιστούν άκρως απαραίτητη την άμεση επικοινωνία με Δικηγόρο αμέσως μόλις ο εργαζόμενος λάβει γνώση της καταγγελίας, προκειμένου, αφενός να κινηθεί άμεσα για την απονομή της δικαιοσύνης, και αφετέρου να λάβει την απαραίτητη καθοδήγηση ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε ενέργεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποδυνάμωση των δικαιωμάτων του.

Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας θεωρείται κάθε τροποποίηση των οριζόμενων στη σύμβαση όρων εργασίας, στην οποία προβαίνει ο εργοδότης δίχως τη συγκατάθεση του εργαζομένου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να υφίσταται υλική ή ηθική ζημία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο εργοδότης μεταβάλλει τους όρους εργασίας δίχως να παραβιάζει τα ορισθέντα στον νόμο ή τη σύμβαση εργασίας, αλλά διά καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού του δικαιώματος, με αποτέλεσμα να προσβάλλει την προσωπικότητα του μισθωτού.

Ενδεικτικά, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας είναι δυνατόν να αποτελέσουν υπό προϋποθέσεις οι ακόλουθες πρακτικές του εργοδότη:

  • Η μείωση του ωραρίου εργασίας ή γενικότερα του χρόνου εργασίας, με συνέπεια τη μείωση των αποδοχών του εργαζομένου.
  • H μεταβολή του ωραρίου εργασίας ή του τόπου εργασίας. Ακόμη και εάν στη σύμβαση εργασίας δεν καθορίζεται συγκεκριμένο ωράριο ή συγκεκριμένος τόπος εργασίας, η μακροχρόνια και σταθερή πρακτική είναι δυνατόν να τα καταστήσει σιωπηρώς όρους της σύμβασης.
  • Η απλή παράλειψη προαγωγής ή η τοποθέτηση υπό τις διαταγές άλλου που προήχθη, ο οποίος υπολείπεται προδήλως σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του εργαζομένου που παραλείφθηκε, εφόσον συνάγεται από τα λοιπά πραγματικά περιστατικά δολιότητα του εργοδότη.
  • Η αδικαιολόγητη τοποθέτηση εργαζομένου σε θέση άνευ ουσιαστικού αντικειμένου εργασίας.
  • Ο βαθμολογικός υποβιβασμός και η ανάθεση κατώτερων καθηκόντων στον εργαζόμενο, που συνεπάγεται την απώλεια επιδόματος που συνδεόταν με το είδος των προηγουμένως ασκούμενων καθηκόντων ή τη θέση που κατείχε προ της μεταβολής ο εργαζόμενος.
  • Η ανάθεση, μέσα στο κανονικό ωράριο του εργαζομένου πρόσθετων καθηκόντων, ήτοι εργασίας της ειδικότητάς του πέρα από τη συμφωνημένη ή συνηθισμένη, η οποία συνεπάγεται την καταβολή πιο εντατικών σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων ή την ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης, χωρίς να επέρχεται αντίστοιχη αύξηση στις αποδοχές του.
  • Η εξαίρεση του εργαζομένου από την εκτέλεση πρόσθετης εργασίας, που ανατίθεται σε συναδέλφους του με αντίστοιχα καθήκοντα, με συνακόλουθη απώλεια και της προβλεπόμενης πρόσθετης αμοιβής.
  • Η αξιόλογη καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου.

 

Εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει πράγματι βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, ο εργαζόμενος έχει τις ακόλουθες δυνατότητες:

  • Να αποδεχθεί τη μεταβολή, με αποτέλεσμα την σιωπηρή κατάρτιση νέας τροποποιητικής σύμβασης.
  • Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας την εργασία του σύμφωνα με την αρχική σύμβαση. Εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί την προσφορά της εργασίας του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας.
  • Να παράσχει την εργασία του με τους νέους όρους, εκφράζοντας ταυτόχρονα ρητά την αντίρρησή του στην μεταβολή και προσφεύγοντας στο δικαστήριο με αίτημα να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους όρους της αρχικής συμβάσεως.
  • Να θεωρήσει την μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να απαιτήσει την καταβολή της νομίμου αποζημιώσεως.

Μόνο αρμόδιο για να αποφανθεί περί του εάν πρόκειται πράγματι για μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, είναι το Δικαστήριο της ουσίας.

Η αδήλωτη («μαύρη») εργασία αποτελεί δυστυχώς ένα συνηθέστατο φαινόμενο της εποχής μας. Ολοένα και περισσότεροι εργοδότες επιθυμούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων και, εκμεταλλευόμενοι τα υψηλότατα ποσοστά ανεργίας και κατ’ επέκταση την πλεονεκτική τους θέση, συνάπτουν με αυτούς άκυρες συμβάσεις εργασίας.

Η ακυρότητα της σύμβασης εργασίας δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση την απώλεια των εργασιακών δικαιωμάτων του μισθωτού. Η παροχή της εργασίας εκ μέρους του μισθωτού καθιστά πλουσιότερο τον εργοδότη, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. Αστικού Κώδικα). Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στον μισθό που ο εργοδότης θα κατέβαλλε επί έγκυρης σύμβασης για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του διαθέτει ο ακύρως απασχολούμενος εργαζόμενος, δίχως να λαμβάνονται υπ’ όψιν παροχές που αφορούν στην προσωπική κατάσταση αυτού (π.χ. επίδομα γάμου). Ο μισθός αυτός δεν είναι δυνατόν να είναι κατώτερος από τις αποδοχές που προβλέπονται στις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή στον Νόμο, ενώ δεν αποκλείεται να υπερβαίνει τα κατώτατα αυτά όρια, εφόσον αυτό προβλέπεται από την εκάστοτε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Ακόμη, ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση δικαιούται τα επιδόματα Πάσχα και Χριστουγέννων, καθώς και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, υπολογιζόμενα με βάση είτε τις καταβαλλόμενες αποδοχές είτε τα κατώτατα όρια που προβλέπονται από τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή τον Νόμο. Δικαιούται, επίσης, αποζημίωση επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου σε περίπτωση υπερωριακής απασχόλησης, συνοδευόμενη από τις προσαυξήσεις που προβλέπονται από τον Νόμο, αλλά και τις νόμιμες προσαυξήσεις για την παροχή της εργασίας του κατά την Κυριακή ή σε νυχτερινές ώρες.

Εφόσον ο εργοδότης καταγγείλει την άκυρη αυτή σύμβαση εργασίας, δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις που προβλέπονται από την νομοθεσία, με αποτέλεσμα η καταγγελία να είναι έγκυρη ακόμη και δίχως την τήρηση έγγραφου τύπου και της καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως. Ωστόσο, παρότι αυτό δεν αποτελεί όρο του παραδεκτού της καταγγελίας, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει στον εργαζόμενο την αποζημίωση απολύσεως, την οποία θα δικαιούτο και επί έγκυρης σύμβασης εργασίας, εφόσον πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως ο εργαζόμενος δικαιούται να διεκδικήσει την καταβολή των απαιτούμενων εισφορών, διαθέτοντας την επιλογή να προβεί είτε σε καταγγελία ενώπιον του ΙΚΑ (πλέον ΕΦΚΑ)  είτε σε μήνυση κατά του εργοδότη του.

Είναι προφανές ότι, ακόμη και επί άκυρης συμβάσεως εργασίας, ο εργαζόμενος διατηρεί τα δικαιώματά του και διαθέτει πληθώρα δυνατοτήτων, προκειμένου να τα διεκδικήσει.

Η συνεργασία με έμπειρο δικηγόρο, με εξειδίκευση σε θέματα εργατικού δικαίου, είναι απαραίτητη, προκειμένου ο ανασφάλιστος μισθωτός να λάβει την κατάλληλη καθοδήγηση, ώστε να αντιληφθεί τα δικαιώματα και τις επιλογές του και να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες.

Από πολύ νωρίς και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας διατηρούμε δεσμούς κοινωνικοασφαλιστικής φύσεως. Ιδιαιτέρως, όμως,  την περίοδο της οικονομικής κρίσης σημαντικά νομοθετήματα άλλαξαν άρδην το τοπίο της Κοινωνικής Ασφάλισης στη Χώρα μας δημιουργώντας τεράστια ανασφάλεια και πολλές αδικίες.

Κατ’ εξοχήν ζητήματα που άπτονται αυτού του κλάδου είναι:

  • Οι υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές υγείας και σύνταξης.
  • Οι κρατήσεις υπέρ των Ταμείων για επικουρική Σύνταξη, εφάπαξ ή και λοιπές κρατήσεις επαγγελματικών ταμείων.
  • Η θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και ο υπολογισμός της σύνταξής σας.
  • Αγωγές αποζημιώσεως ή επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών.
  • Ανακοπές κατά βεβαιώσεων οφειλών του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Εισφορών (Κ.Ε.Α.Ο).

Λόγω του δημόσιου χαρακτήρα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου, οι διαφορές αυτές πρέπει να επιλύονται εντός σύντομων προθεσμιών και ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, διότι αλλιώς κινδυνεύετε να απωλέσετε τα δικαιώματά σας.

Οι δικηγόροι μας

Κυριακή Χ. Μπάλτα

Δίκαιο Ατυχημάτων, Μεταφράσεις

+30 210 4525976 kbalta@pavlakis-partners.gr View profile
Κωνσταντίνος Π. Καρσιώτης

Εργατικό Δίκαιο

+30 210 4525976 kkarsiotis@pavlakis-partners.gr View profile